Ο ΠΟΝΟΣ
Με μια απότομη κίνηση του χεριού του ο Alan άρπαξε το περιοδικό από το μεταλλικό σταντ που βρισκόταν μπροστά του. Είχε στο εξώφυλλο του την Nancy Ryack, ένα από τα πρώτα στελέχη της Golden Blue. Αυτό τον καιρό η Nancy εργαζόταν στο Milwaukee, στα καινούργια γραφεία που άνοιξε εκεί η εταιρεία. Ο Alan γνώριζε τους συναδέλφους του, έναν-έναν. Άλλωστε δεν θα έπρεπε να ήταν πάνω από είκοσι σ’ολες τις ΗΠΑ. Απλά τύχαινε να γνωρίζει λίγο καλύτερα την κυρία –πλέον- Ryack. Γι αυτό ίσως έτρεμαν τα χέρια του την στιγμή που κρατούσαν το περιοδικό. Με χρυσά κεφαλαία γράμματα, τυπωμένα λίγο πιο πάνω από το κεφάλι της Nancy,
«Ε, κύριε, βάλτε το περιοδικό στη θέση του ή πληρώστε το».
Ήταν η δεύτερη φορά που του έκανε την ίδια παρατήρηση, ο ίδιος ηλίθιος. Ακόμα και το «κύριε», που έβαλε και τις δύο αυτές φορές μπροστά από τις προτάσεις του, ακουγόταν καθώς έβγαινε από το βρομόστομα του σαν να έλεγε “ε, παλιοκαθίκι”. Ο Alan σήκωσε αργά το κεφάλι του και κοίταξε τα χέρια του εφημεριδοπώλη. Ήταν τεράστια και τριχωτά, διακοσμημένα με πολλές φουσκωμένες φλέβες και με κάτι δάχτυλα χοντρά, σαν γερμανικά λουκάνικα. Το βλέμμα του σταμάτησε για λίγο στο δαχτυλίδι που ήταν περασμένο στον παράμεσο του δεξιού χεριού εκείνου του «γορίλα». Το περιεργάστηκε όση περισσότερη ώρα μπορούσε. Έπρεπε να κρατηθεί. Δεν έπρεπε να συνεχίσει. Ήταν εκτός δουλειάς αυτή τη στιγμή. Έπρεπε να κατανικήσει τον θυμό του, να καταλαγιάσει τα νεύρα του και να κοιτάξει αυτόν τον ηλίθιο οπουδήποτε αλλού εκτός από τα μάτια του. Κι ύστερα να σηκωθεί και να φύγει από εκεί. Έπρεπε να αντέξει. Άρχισε να παίρνει βαθιές αναπνοές. Του το είχε μάθει η Nancy αυτό το κόλπο. Δεν έπιασε. Στην τρίτη εισπνοή το βλέμμα του ξεκόλλησε απ’τα χέρια του εφημεριδοπώλη και σκαρφάλωσε φτάνοντας στο θώρακα του. Φορούσε ένα γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο. Η μυρωδιά του ιδρώτα του που είχε ποτίσει το ύφασμα, έκανε όσους βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη των δυο μέτρων απ’αυτόν, να αισθάνονται τάσεις λιποθυμίας. Τα τρία πρώτα κουμπιά του πουκάμισου τα είχε αφήσει ανοιχτά, έχοντας σε κοινή θέα το στέρνο του. Ήταν καλυμμένο μ’ενα στρώμα από μεγάλες και άγριες μαύρες τρίχες, που δεν άφηναν να φανεί χιλιοστό δέρματος. Από κάτω τους θα μπορούσε να κρυβόταν ολόκληρη αποικία από τερμίτες, τσιμπούρια ή ακόμη και κατσαρίδες και κανείς δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι. Ούτε καν αυτός ο ηλίθιος, που απ’ότι φαινόταν άλλωστε δεν θα έπρεπε να είχε και τις καλύτερες σχέσεις με το υγρό στοιχείο.
Ήδη τώρα έβλεπε εκείνο το στόμα που είχε τολμήσει να τον κατηγορήσει ως λαθραναγνώστη. Έτσι όπως έχασκε για μερικές στιγμές, βρήκε την ευκαιρία να το παρατηρήσει. Έλπιζε να σταματούσε εκεί. Είχε πολλά χρυσά δόντια μέσα του, τα οποία γειτόνευαν με κάτι καφεκίτρινες μάζες, που κάποτε ίσως ήταν δόντια και που τώρα περίμεναν υπομονετικά για να δώσουν τις θέσεις τους σε νέα, χρυσά δόντια. Το θέαμα του σε συνδυασμό με τη μπόχα που είχε ποτίσει το μέρος τού ανακάτεψαν το στομάχι. Το βλέμμα του άφησε το σιχαμερό εκείνο στόμα και ανέβηκε σιγά-σιγά προς τα πάνω. Σαν να το έλκυε ένας ισχυρός μαγνήτης που ήταν περασμένος με σπάγκο στη γαμψή μύτη του εφημεριδοπώλη. Η επόμενη στάση δεν άργησε να έρθει. Αριστερό μάτι - Γέννηση. Δεξι μάτι – Θάνατος. Δεν καθυστέρησε πολύ να αποφασίσει.
Τον είδε να κρατά το ξεφτισμένο καλώδιο. Να προσπαθεί να φωνάξει σε βοήθεια κάποιον. Και να μην μπορεί. Τα πνευμόνια του δεν λειτουργούν. Είναι πια δύο άχρηστες ξεφουσκωμένες αντλίες. Οι τρίχες σ’ολο το κορμί του, ακόμη κι αυτές στην κωλοτρυπίδα του, έχουν ορθωθεί, σαν να αναζητούν το πολύτιμο οξυγόνο που στερείτε το σώμα που τις φιλοξενεί. Το εσωτερικό των χεριών του αρχίζει να καίγεται. Τα μάτια του γουρλώνουν. Μοιάζουν να θέλουν να πεταχτούν από τις κόγχες τους και να εγκαταλείψουν αυτό το σώμα που καταρρέει.
***
Παρέδωσε το αυτοκίνητο του στον KG20, την εικοστή από τις τριάντα περίπου μηχανές, που με κόστος μερικά σεντς σου παρκάρουν το αυτοκίνητο, ενώ κατά την αποχώρηση το φέρνουν μπροστά σου. Για τους υπαλλήλους του μεγάρου Beckfield, αυτή η υπηρεσία ήταν -φυσικά- δωρεάν. Στο μέγαρο συστεγαζόταν πάνω από 400 εταιρίες παροχής υπηρεσιών. Μία από αυτές ήταν και η Golden Blue. Τα γραφεία της βρισκόταν στον τρίτο από τους 35 ορόφους του κτιρίου. Κάθε όροφος είχε το δικό του ασανσέρ καθόδου που οδηγούσε σε μια από τις είκοσι συνολικά υπόγειες εξόδους. Αρχικά είχαν κατασκευαστεί ως έξοδοι κινδύνου σε περίπτωση τρομοκρατικής ενέργειας. Καθώς όμως τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν είχε γίνει ούτε μια τρομοκρατική ενέργεια στο Chicago άλλα και σχεδόν σε καμιά άλλη πόλη της χώρας, οι σήραγγες άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τους υπαλλήλους και τα στελέχη των εταιριών που θέλουν να κάνουν το πρωινό τους τζόκινγκ, να μαζευτούν για να θάψουν με την ησυχία τους τον στριμμένο προϊστάμενο ή να καπνίσουν στη ζούλα ένα τσιγαράκι. Οι περισσότερες αν τις ακολουθήσεις σε βγάζουν πλησίον της λίμνης Michigan.
Σε αντίθεση με τις πολλές εξόδους, το μέγαρο Beckfield έχει μόνο δύο εισόδους. Οι έχοντες μόνιμη εργασία εισέρχονται από την παράπλευρη. Οι επισκέπτες, πελάτες και λοιποί από την κεντρική. Και στις δύο εισόδους περνάς πρώτα από έναν στενό διάδρομο που καταλήγει σ’ έναν ευρύχωρο προθάλαμο. Πριν εισέλθεις σ’ αυτόν, ο Chip και ο Dale - κάμερες υψηλής τεχνολογίας και νοημοσύνης - έχουν ελέγξει το ύψος, την ομάδα αίματος σου, τα δαχτυλικά σου αποτυπώματα, τις ίριδες των ματιών σου, ότι κουβαλάς μαζί σου ή έχεις φυτεμένο μέσα σου. Ένας πλήρης έλεγχος σε διάστημα λιγότερο των δύο δευτερολέπτων. Κάποτε -πριν ακόμα κάποιοι υπάλληλοι του μεγάρου τις βαφτίσουν με ονόματα σκίουρων από ένα κόμικ του μακρινού παρελθόντος- οι κάμερες αυτές μπορούσαν να ελέγξουν, τόσο το μιτοχονδριακό DNA των γυναικών όσο και το χρωμόσωμα Υ των ανδρών. Έτσι μπορούσαν να διαπιστώσουν αν ο ελεγχόμενος ήταν άνθρωπος ή ανθρωποειδές. Αργότερα κάτι τέτοιο απαγορεύτηκε έπειτα από εντολή που εξέδωσε η Ψηφιακή Ανακριτική. Τα στοιχεία που συλλέγονται από τους «σκίουρους» μεταδίδονται στο κεντρικό σύστημα ελέγχου και έτσι βρίσκεται η ταυτότητα σου. Εάν είσαι «καθαρός» η είσοδος σου επιτρέπεται μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα. Στην αντίθετη περίπτωση, το καλύτερο που έχεις να κάνεις, είναι μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα να έχεις πάρει το δρόμο της επιστροφής. Εάν ακούσεις το μήνυμα απόρριψης εισόδου και παρ’ όλα αυτά συνεχίσεις την πορεία σου, τότε η ηλεκτρική εκκένωση των 2000 βολτ που θα χαϊδέψει για ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου τα κύτταρα του κορμιού σου, θα σου δώσει την ευκαιρία να το ξανασκεφτείς. Μέχρι σήμερα κανείς ανεπιθύμητος δεν το ξανασκέφτηκε, βέβαια.
Ο κύριος Frank Barry ήταν ο τελευταίος πελάτης της εβδομάδας που τελείωνε σήμερα. Ο Alan το μόνο που γνώριζε γι αυτόν ήταν το όνομα του. Και φυσικά ότι ήθελε να ασφαλιστεί. Σε λίγα λεπτά θα στεκόταν απέναντι του, θα τον κοιτούσε και θα γνώριζε κάτι πολύ πιο σημαντικό. Σημαντικό τουλάχιστον για την Golden Blue.
Ήταν πριν από 11 χρόνια περίπου, που μια αγγελία είχε οδηγήσει τον Alan στα γραφεία της GB. Υποσχόταν μεγάλες οικονομικές απολαβές, επαγγελματική ανέλιξη, μόνιμη και σίγουρη δουλειά. Και δεν έλεγαν ψέματα. Απλώς δεν έλεγαν όλη την αλήθεια. Συγκεκριμένα, δεν ανέφεραν τίποτα για τον ΠΟΝΟ. Γι αυτόν του έκαναν λόγο μόνο μετά την επέμβαση. Εκείνη την τετράωρη επέμβαση, που στη διάρκεια της φύτεψαν μέσα στον ιππόκαμπο του εγκεφάλου του, την τελευταία -πειραματική- έκδοση του τσιπ της Ynos. Ο ΠΟΝΟΣ ήταν η μοναδική παρενέργεια του “σχεδίου”, όπως το ονόμαζε η κατασκευάστρια εταιρία. Η μοναδική παρενέργεια που σ’ έστελνε κατευθείαν στη κόλαση για είκοσι λεπτά, δυο φορές το μήνα. Την πρώτη φορά που επισκέφθηκε o ΠΟΝΟΣ τον Alan, δεκαπέντε μέρες μετά το χειρουργείο, κόντεψε να τον τρελάνει. Δεν ήταν πονοκέφαλος. Η ημικρανία είναι δέκα φορές χειρότερη απ’ τον πονοκέφαλο. Ο ΠΟΝΟΣ ήταν εκατό φορές χειρότερος από την ημικρανία. Κάθε φορά που τον επισκεπτόταν, τον έπιανε στην αρχή από τα μηνίγγια και μετά εισχωρούσε βαθιά μες το κεφάλι του. Ύστερα από πέντε λεπτά ο Alan αισθάνονταν πως το κεφάλι του θα εκραγεί και πως τα κοκάλινα θραύσματα από το κρανίο του θα εκσφενδονιζόταν σε απόσταση χιλιομέτρων, αφήνοντας τον εγκέφαλο του ακάλυπτο, να στέκεται για λίγα δευτερόλεπτα στη θέση του και στη συνέχεια να χύνεται, λούζοντας τους ώμους του με έναν πολτό από ίνες, νευρώνες και κύτταρα. Το μόνο που θα απέμενε στη θέση που μέχρι χθες κατείχε το κεφάλι του, θα ήταν το TYN44S. To θαυματουργό τσιπάκι της YNOS.
Η συνάντηση του με τον υποψήφιο προς ασφάλιση, έγινε στις 10:15am και τελείωσε πέντε λεπτά αργότερα.
Κάποτε, όταν πρωτάρχισε τις εξετάσεις, οι περισσότεροι υποψήφιοι απορούσαν όταν τους το λεγε αυτό. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλιστα, γούρλωναν τα μάτια τους στο άκουσμα αυτής της επιταγής. Αυτό βέβαια διευκόλυνε αρκετά τη δουλειά του Alan. Τώρα πια οι περισσότεροι που ερχόταν εδώ γνώριζαν ποιος ήταν και τι δουλειά έκανε ∙ ο συγκεκριμένος χρηματιστής ήταν εξαίρεση. Είχαν γίνει πλέον γνωστοί, τόσο αυτός όσο και οι υπόλοιποι που μετείχαν στο “σχέδιο”, ώστε ορισμένοι έφτασαν στο σημείο να μοιράζουν αυτόγραφα και να έχουν φαν κλαμπ που θα ζήλευαν πολλοί φτασμένοι ροκ σταρς. Αρκετοί μάλιστα απ’ αυτούς εμφανίζονταν στα τηλεοπτικά κανάλια, σε παντός είδους συζητήσεις, ενώ μερικοί έγιναν μόνιμοι συνεργάτες σε εκπομπές, δίνοντας τα φώτα τους σε πιο εξειδικευμένα θέματα, όπως ας πούμε το «Τι θέλει να μας πεί το αγαπημένο μας κατοικίδιο;». Φυσικά οι πιο περιζήτητοι για δουλειές ήταν ο Alan και η Barbara, που μπορούσε ακουμπώντας μονάχα τον καρπό του αριστερού σου χεριού, σαν να μετρούσε τους σφυγμούς σου, να «διαβάσει» τις πιο σκοτεινές σου σκέψεις. Σε όποια απόμερη γωνιά του μυαλού σου κι αν τις έκρυβες, η Barbara ως άλλο καθαρόαιμο λαγωνικό που έχει βγει για κυνήγι λαγού, θα τις ξετρύπωνε. Η μητροπολιτική αστυνομία του Chicago της όφειλε ευγνωμοσύνη.
Συγκέντρωσε το βλέμμα του στο αριστερό μάτι του χρηματιστή. Ήθελε να τον δει να βγαίνει απ’ τα σπλάχνα της μητέρας του, να βεβαιωθεί πως δεν πρόκειται για ανθρωποειδές που δημιουργήθηκε σε κάποιο εργαστήριο. Είχαν βέβαια ίσα δικαιώματα με τους ανθρώπους, υπάκουαν στους ίδιους νόμους, δεν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις από τους «κανονικούς» ανθρώπους και κανένας δεν μπορούσε να διαπιστώσει κάτι τέτοιο –εκτός του Alan, φυσικά- παρά μόνο εάν ζητούσε την ηλεκτρονική τους καρτέλα από την Ψηφιακή Ανακριτική. Πράγμα αδύνατο. Όχι το να την ζητούσες, αλλά το να στην έδιναν. Η παρασκευή των ανθρωποειδών άρχισε πριν από πενήντα περίπου χρονιά, δύο χρόνια μετά τον Γ΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Όταν το σπέρμα των ανδρών ήταν ανίκανο πια να φέρει ανθρώπους στον κόσμο μας. Μετά από μια μαζική παραγωγή, η Κυβέρνηση σταμάτησε το πρόγραμμα. Τα ανθρωποειδή είχαν όλες τις αρετές, τα χαρίσματα και τις ικανότητες των ανθρώπων. Μαζί τους κουβαλούσαν φυσικά κι όλα τα αρνητικά που συναντά κανείς στο ανθρώπινο γένος. Το μοναδικό μειονέκτημα ήταν η φιλασθένεια τους. Κι ήταν αυτό που δεν άρεσε στις ασφαλιστικές εταιρίες.
Ο κύριος που είχε απέναντι του ο Alan, ήταν άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που θα πέθαινε στα πενήντα του χτυπημένος από καρκίνο του εγκεφάλου, μια από τις λίγες μορφές καρκίνου που δεν μπορεί να θεραπεύσει ακόμα η επιστήμη. Τον έβλεπε να λιώνει πάνω σ’ ένα καθαρό κρεβάτι. Το διαφανές σωληνάκι ενός ορού ήταν περασμένο σε μία απ’ τις φλέβες του αριστερού του χεριού. Ένα υποκίτρινο υγρό ανακατευόταν με το αίμα του, πιθανόν βοηθώντας τον να αντέξει τους φριχτούς πόνους της αρρώστιας. Ένα κορίτσι γύρω στα δεκάξι, η κόρη του μάλλον, σκύβει και τον φιλά απαλά στα πανιασμένα μάγουλα του. Λίγα δάκρυα ξεφεύγουν απ’ τα μάτια του. Τα σκουπίζει με τον αντίχειρα της. Κάτι της λέει. Και…Ο Alan έκλεισε τα μάτια του. Ήξερε πως αυτό που έκανε ήταν αντιεπαγγελματικό, αλλά δεν άντεχε να συνεχίσει άλλο. Δεν ήταν αναγκαίο κάτι τέτοιο. Το τέλος είναι ένα. Με πολλές βέβαια παραλλαγές. Τις περισσότερες τις είχε δει. Κι αυτό το τέλος ίσως ήταν ένα από τα πιο ευτυχισμένα που είχε δει. Να έχεις στο πλάι σου ένα αγαπημένο πρόσωπο την ώρα που πεθαίνεις. Ίσως γι αυτό να έκλεισε τα μάτια του. Γιατί φοβόταν πως όταν ερχόταν εκείνη η ώρα, η δική του ώρα, δεν θα είχε κανέναν στο πλάι του…
***
Ζήτησε και πήρε δεκαπενθήμερη άδεια. Είχε μπουχτίσει. Το καθημερινό του πρόγραμμα είχε καταντήσει να είναι δουλειά, διάλειμμα για μεσημεριανό κάπου γύρω απ’ το γραφείο ή μέσα σ’ αυτό, απογευματινή συνεδρίαση όλων των στελεχών της εταιρίας, πέρασμα από το New Borders για να χαζέψει τυχόν νέες κυκλοφορίες (το New Borders ήταν ένα από τα ελάχιστα βιβλιοπωλεία που είχαν απομείνει και συνέχιζε να έχει στις προθήκες του βιβλία με την παραδοσιακή τους μορφή –εξώφυλλο, φύλλα, οπισθόφυλλο- από μικρούς εκδοτικούς οίκους που μετά βίας εξέδιδαν καμιά δεκαριά τίτλους το μήνα), κατόπιν θα πήγαινε σε κάποιο φάστ-φούντ και από κει επιστροφή στο σπίτι. Τα Σαββατόβραδα έτρωγε συνήθως σε κάποιο καλό εστιατόριο. Το έβλεπε σαν ένα μικρό δώρο που έκανε στον εαυτό του. Κατόπιν περνούσε μια βόλτα από το Man’s country club, νοίκιαζε καμιά νόστιμη μικρούλα και έβγαζε μαζί της τη βραδιά. Έτσι περνούσαν οι μέρες της ζωής του το τελευταίο διάστημα. Καταλάβαινε πλέον πως η μέρα ενός σκαντζόχοιρου, ας πούμε, σίγουρα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη δική του.
***
Οι δεκατέσσερις μέρες της άδειας του είχαν ήδη περάσει. Απέμενε μία. Η σημερινή. Σηκώθηκε νωρίς. Ήταν κακοδιάθετος απ’ την στιγμή που στύλωσε τα πόδια του. Ο ΠΟΝΟΣ δεν θα αργούσε να έρθει. Ήταν μέρα επίσκεψης σήμερα. Αφού βγήκε βιαστικά από το ντους, πλησίασε το νιπτήρα κι άνοιξε το ντουλαπάκι στον τοίχο για να πάρει την οδοντόβουρτσα του. Όπως κάθε μέρα. Αυτό το πρωινό όμως δεν την πήρε. Έκλεισε το ντουλαπάκι και μαζί τα μάτια του. Ήθελε πολύ να τ’ ανοίξει και να βυθίσει το βλέμμα του βαθιά μέσα στο δεξί του μάτι. Δεν νοιαζόταν να μάθει το πότε και τον τρόπο που θα ξεκολλούσε απ’ τη πληκτική ζωή του. Απλά ήθελε να δει αν δίπλα του εκείνη τη στιγμή θα βρισκόταν η Nancy. Πέντε χρόνια σχέσης. Τα τελευταία δύο αρραβωνιασμένοι. Είχαν χωρίσει εδώ και έξι μήνες (και τέσσερις μέρες, θα πρόσθετε ο Alan). Η Nancy παντρεύτηκε τον Chris, ένα ανθρωποειδές απ’ το Milwaukee, που τύχαινε να ήταν υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της Golden Blue. Μαζί του θα μπορούσε να κάνει την οικογένεια που ονειρευόταν. Σπίτι, εξοχικό, σκύλος και ένα ανθρωποειδές στο κρεβάτι της που θα της πρόσφερε πολλά παιδιά. Ο Alan όμως πίστευε πως θα ξαναγυρνούσε κοντά του. Δεν είχε χάσει τις ελπίδες του. Απλά είχε βαρεθεί να ζει μαζί τους.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε τα μάτια του. Το τζάμι του μικρού καθρέφτη που είχε μπροστά του ήταν θαμπό απ’ τους ατμούς του μπάνιου και χρειάστηκε να το σκουπίσει με την παλάμη του για να καθαρίσει κάπως. Εκεί, στο ύψος των ματιών μόνο. Χαμογέλασε. Είχε ξεχάσει τι χρώμα έχουν τα μάτια του. Λίγα μόνο δευτερόλεπτα απόλυτης συγκέντρωσης χρειαστήκαν. Όλα τα άλλα ήρθαν τελείως φυσικά. Βούτηξε στη βαθιά γαλάζια λίμνη του ματιού του. Οι εικόνες αναδύθηκαν σχεδόν αμέσως. Εικόνες βουβές. Δεν άκουγε τα βογκητά του. Έβλεπε μοναχά το στόμα του να ανοιγοκλείνει. Ήταν αξύριστος. Σάλια έτρεχαν από τις άκρες των χειλιών του και μούσκευαν τις άσπρες τρίχες στο πηγούνι του. Ήταν εξήντα οχτώ χρονών. Καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Μια διπλωμένη κουβέρτα ήταν ακουμπισμένη πάνω στα πόδια του. Κοιτούσε τριγύρω. Δεν υπήρχε κανείς εκεί…Φοβόταν, φαινόταν αυτό στα μάτια του. Έπειτα τα βλέφαρα του έκλεισαν. Σιγά, σιγά. Και το κεφάλι του έγειρε μπροστά. Και μετά σκοτάδι. Κι ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Alan βρήκε τη δύναμη και αποφάσισε να αλλάξει τη μοίρα του. Διέσχισε το διαμέρισμα του και βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταξε κάτω. Τον χώριζαν έξι όροφοι από την Cedar avenue. Το γυμνό του σώμα τους διέσχισε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
***
Οι γιατροί έκαναν ότι μπορούσαν για να τον σώσουν. Και τα κατάφεραν. Για δύο μήνες βρισκόταν σε κώμα.
Ο Alan έζησε οχτώ χρόνια στο ίδρυμα και πέθανε μέσα σ’ αυτό. Στην κηδεία του δεν ήταν κανένας.
Όπως και στη μισή ζωή του…





